ΚΑΙΤΗ ΓΚΡΕΥ
Συντάχθηκε απο τον/την Μουσικόραμα Σάββατο, 02 Ιουλίου 2011
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΙΜΟΣ
Μυθικά πρόσωπα – Τραγουδιού
… όπως τα έζησα
ΚΑΙΤΗ ΓΚΡΕΥ
Αρχές δεκαετίας του ’60 η φωνή της Καίτης Γκρέυ έκανε τους ήχους κόσμους, τραγούδαγε τη μοναξιά, τον έρωτα, την κοινωνική αδικία, την αγάπη της μάνας για το παιδί, την ορφάνια, τον καημό της γειτονιάς, την αρρώστια, το θάνατο, το παιδικό τραύμα, τις μαχαιριές της Κυριακής, με μια φωνή γεμάτη λυγμό, πάθος, μέταλλο και σε μιαν εκπληκτική έκταση και χροιά, μια διάφανη καθαρότητα που σε συνέπαιρνε. Κάθε της τραγούδι ήταν και μια μικρή ιστορία στη φαντασία μου, μια μικρή ασπρόμαυρη ταινία.
Πώς να ξεχάσει κανείς «Τα ξένα χέρια», το «Τι να πρωτοθυμηθώ», το «Αγαπημένοι μου γονείς», το «Χτύπα με κατάστηθα», «Τα ξένα να ρημάξουνε», «Ο χτύπος της καρδιάς μου», το «Στην αγάπη κατάρα με δέρνει», «Συγχώρεσέ με αγάπη μου», «Παιδί μου να προσέχεις», «Θα με φάνε τα ξενύχτια», «Ήρθε ένας ξένος μέσα στη νύχτα», «Βουνό είναι ο πόνος μου», «Παλιοζωή μοβόρισσα», την «Κατηφόρα» και τόσα άλλα αριστοκρατικά, λαϊκά διαμάντια μεγάλων συνθετών όπως των Τσιτσάνη, Μπ. Μπακάλη, Απ. Καλδάρα, Θ. Δερβενιώτη, Κ. Βίρβου, Δημήτρη Γκούτη, Νίκου Δαλέζιου, Στέλιου Χρυσίνη, Βασίλη Καραπατάκη, Γιάν. Παπαϊωάννου, Β. Βασιλειάδη, Γ. Μητσάκη, που η Γκρέυ τους τίμησε με τις ερμηνείες της και κέρδισε την ψυχή του λαού, συγκλόνισε την παιδική μου ζωή και ψυχή, μου έμαθε τον κόσμο των μεγάλων, μίλησε μέσα μου σ’ όλες τις διαστάσεις του χρόνου, ένωσε το παρελθόν με το παρόν και μου φώτισε το μέλλον.
Η ερμηνευτική δύναμη και η καθηλωτική έκφραση της φωνής της Γκρέυ αποδεικνύει πως βαθιά μέσα της υπάρχει κρυμμένο ένα δραματικό ταλέντο ηθοποιού, που δεν αξιοποιήθηκε. Κατά τη γνώμη μου η Γκρέυ έχει τη μοναδική αρετή να μπαίνει στο πετσί του στίχου και να τον παντρεύει με τη μουσική μ’ ένα τρόπο άψογο, φωνητικά και θεατρικά, γι’ αυτό είναι και πολύ μεγάλη τραγουδίστρια. Θα μπορούσε, αν δεν την κέρδιζε το τραγούδι, να είναι και μεγάλη ηθοποιός, αν και σε κάποιες ταινίες που έπαιξε κάποιους μικρούς ρόλους, δεν της δόθηκε η ευκαιρία να το αποδείξει. Η Γκρέυ είναι ένας μύθος που δεν θα χάσει ποτέ την αίγλη και τον ιριδισμό του, γι’ αυτό βρίσκεται διαχρονικά κι επίκαιρα, παντοτινά στο προσκήνιο, στο ρυθμό της εποχής, χωρίς πτώση και φτάνει να κερδίζει ακόμα και τη σημερινή νεολαία. Η Γκρέυ δεν είναι για μένα μόνο μια πολύτιμη φίλη, είναι η ιστορία του λαϊκού τραγουδιού, που μένει ζωντανό κι ανόθευτο χάρη σ’ αυτή και τις μεγάλες φωνές βέβαια της Γιώτας Λύδιας, της Πόλυς Πάνου και του Στέλιου
Καζαντζίδη, του Γαβαλά, του Αγγελόπουλου, του Μπιθικώτση, που ο καθένας με τη δική του συμβολή κατατάσσεται στο πάνθεο των μεγάλων του λαϊκού τραγουδιού. Τέτοιες εποχές, τέτοιες φωνές, τέτοια τραγούδια και βιώματα είναι αδύνατο να ξαναγεννηθούν, ιδιαίτερα τώρα σε καιρούς βιομηχανοποίησης, όπου η τέχνη δεν είναι φυσικό χάρισμα, αλλά τεχνική και προϊόν της σύγχρονης τεχνολογίας και ηχοληπτικής μεταμόρφωσης.
Στα 1987 συναντώ την Καίτη Γκρέυ στο κέντρο «Εσμεράλδα», ένα χώρο ποιοτικό και άνετο, που πρόβαλλε το ρεμπέτικο με τις εμφανίσεις του νεορεμπέτη Μπάμπη Γκολέ και το λαϊκό με την Καίτη Γκρέυ, το κυρίαρχο όνομα του σχήματος και των παιδικών μου αισθημάτων.
Την πλησίασα αυθόρμητα και της θύμισα πως την είχα ξανασυναντήσει φευγαλέα στα 1980, που τραγουδούσε στην Πλάκα στη μπουάτ «Ζυγός», μαζί με τη Χαρούλα Αλεξίου και τη Δήμητρα Γαλάνη και ότι τη συνάντησα με πρωτοβουλία της Δήμητρας. Στο βιβλίο του Γιάννη Φλέσσα «Καίτη Γκρέυ, Μουσικά Πορτραίτα Νο 4», η ίδια αφηγείται: Πριν τέσσερα χρόνια, ένα νέο παιδί, ο Βαγγέλης Σίμος, με πλησίασε και μου πρότεινε να του τραγουδήσω μια πρόσφατη δουλειά που ετοίμαζε. Από την πρώτη στιγμή που τον είδα με κέρδισε … Το ίδιο και η Γκρέυ, δεν ήξερε ότι από την πρώτη στιγμή που από παιδί την άκουσα να τραγουδάει, με είχε κυριολεκτικά μαγέψει και κατακτήσει.
Από τις πρώτες μέρες της γνωριμίας μας με την Καίτη, δεν πάψαμε ποτέ να είμαστε φίλοι και να τηλεφωνιόμαστε σχεδόν κάθε μέρα, εκτός βέβαια, όταν ήταν απασχολημένη με τη δουλειά της, κουρασμένη, ή έλειπε στο εξωτερικό. Αλλά και ο άνθρωπος Καίτη Γκρέυ έχει κι αυτός την ανάγκη της επικοινωνίας και της φιλίας, την οποία θεωρεί ιερό αίσθημα και αποδίδει μεγάλη σημασία σ’ αυτό που το ιεραρχεί πάνω απ’ όλα τ’ άλλα. Κι αυτό γιατί στην πορεία της ζωής της δεν γεύτηκε την πραγματική αγάπη, έτσι όπως ακριβώς την αποζητούσε αυτή.
Της αρέσει να προσφέρει δώρα στους φίλους της, είναι γενναιόδωρη κι ευγενική, διακριτική κι απλόχερη, αλλά κι εκείνη συγκινείται όταν οι φίλοι τη θυμούνται στις γιορτές και τις διάφορες καλές ή κακές συγκυρίες της ζωής, ή της προσφέρουν κάποια δώρα, ανεξάρτητα από την υλική τους αξία. Ίσως αυτή η ανάγκη προσφοράς και ανταλλαγής δώρων, επειδή για την Καίτη δεν είναι κάτι τυπικό, να κρύβει μια βαθύτερη ανάγκη και έλλειψή της να πάρει και να δώσει στοργή, που ποτέ δε χόρτασε. Της αρέσει πολύ κι ασχολείται με τους χώρους και τη διακόσμηση του σπιτιού της, στο οποίο περνάει και τις πιο πολλές ώρες, χωρίς να είναι μοναχική. Διαλέγει με γούστο τα έπιπλα, τους αλλάζει συχνά θέση, έπιπλα μοντέρνα κι αστραφτερά, γενικά της αρέσει η λαμπερή, φανταχτερή διακόσμηση και το έντονο ντεκόρ. Οι τοίχοι του σαλονιού και του ιδιαίτερου χώρου της είναι γεμάτοι από μεγεθυσμένες φωτογραφίες με τη Γκρέυ σε διάφορες εποχές, εκφράσεις, στιγμές ζωής και πρόσωπα. Η ιστορία της στο τραγούδι, ο κόσμος της ψυχής της, η τραγουδίστρια του πάθους περνάει από φωτογραφία σε φωτογραφία, από πόζα σε πόζα, κι όλα αυτά όχι από αυτοθαυμασμό ή ναρκισσισμό αλλά από μια ανάγκη να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό της, να μιλήσει μαζί του, να αποθανατίσει το βαθύτερο εγώ της, να το αναλύσει.
Αλλά η αυστηρή της αποκλειστικότητα είναι η κουζίνα. Δεν αφήνει κανέναν ν’ ασχοληθεί μ’ αυτήν ή με το μαγείρεμα. Μαγειρεύει η ίδια εκπληκτικά, με μοναδική τέχνη τα φαγητά της. Η ικανότητά της αυτή είναι γνωστή στους πολύ δικούς της ανθρώπους. Επίσης φτιάχνει θαυμάσια γλυκίσματα.
Της αρέσει ν’ αγοράζει πολλά ρούχα, ν’ αλλάζει καθημερινά την αμφίεσή της και τα παπούτσια της, είναι πολύ κοκέτα. Τα ρούχα της και τα παπούτσια της θα μπορούσαν να γεμίσουν πολυκαταστήματα. Αλλά κάθε φορά που εμφανίζεται ντύνεται διαφορετικά.
Το 1990 συνεργαστήκαμε για πρώτη φορά δισκογραφικά και για μένα ήταν μια πολύ μεγάλη στιγμή της ζωής και του έργου μου. Επιτέλους το άπιαστο όνειρο έγινε πραγματικότητα, η Γκρέυ τραγουδούσε στίχους μου σε δέκα τραγούδια, που επέλεξα μαζί της με κριτήρια αυστηρά, και τελικά η ίδια ενέκρινε. Σε ένα από τα τραγούδια αυτά εκτός από τους στίχους έγραψα και τη μουσική σύνθεση. Το τραγούδι που έδωσε το γενικό τίτλο: «Όταν ακούω Καζαντζίδη» το έγραψε η ίδια η Γκρέυ και παραπέμπει σε άλλες μνήμες, αισθήματα και παραμέτρους.
Η συνεργασία μου με την Καίτη Γκρέυ συνεχίστηκε και σε επόμενες ολοκληρωμένες δισκογραφικές δουλειές μου με συμμετοχές της στους δίσκους, «Τα ερωτικά» του Γιώργου Ζαμπέτα και «Γεια σου κύριε Κόρο».








