1. Skip to Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer>

ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ

ΕκτύπωσηE-mail

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΙΜΟΣ

simos_zampetas_300Μυθικά πρόσωπα – Τραγουδιού
…  όπως τα έζησα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΜΠΕΤΑΣ

 Με τον Γιώργο Ζαμπέτα γνωρίστηκα το 1990 σε μια μουσική εκδήλωση. Εκείνο τον καιρό εξωτερικά έδειχνε πολύ καταβεβλημένος από την αρρώστια του, δεν είχε χαθεί όμως το χιούμορ και το γέλιο του. Του φανέρωσα την επιθυμία μου να διαβάσει κάποιους στίχους μου που ενδόμυχα ήμουν σίγουρος πως θα του άρεσαν, γιατί ήξερα καλά τα τραγούδια του και πάντα φανταζόμουνα τους στίχους μου ντυμένους με τη μουσική του, που αγάπησα στην εφηβεία μου. Εκείνος μου έκλεισε με μεγάλη προθυμία ραντεβού και την επόμενη μέρα βρέθηκα σπίτι του.
 Το χιούμορ του, η σοφία του η αποκτημένη από το σχολείο της ζωής, τον διατηρούσαν ανόθευτο και ασυμβίβαστο σαν Ρωμιό. Το γνωστό σ’ όλη την Ελλάδα πλατύ, ανοιχτόκαρδο γέλιο του τον συνόδευε ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές.

 Ο Γιώργος Ζαμπέτας φιλοσοφούσε, αναζητούσε και αγαπούσε … Τι; Την αγάπη. Θα μπορούσα να πω ότι ήταν ερωτευμένος με την αγάπη. Όποια μορφή κι αν είχε, είτε ήταν ένα όμορφο ξανθό κορίτσι, είτε ήταν ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, είτε μια μελωδία.
 Όταν μου άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του και αντίκρισα αυτά τα πανέξυπνα, γεμάτα διερευνητικότητα, αλλά και απέραντη καλοσύνη μάτια του, μου έφυγε το μεγάλο τρακ που είχα, αλλά όχι και η αμηχανία.
 - Καλώς τον, μου είπε. Πέρασε …
 Στο όμορφο και χαρούμενο σαλόνι του, ήταν τριγυρισμένος από ένα σμάρι μουσικών. Σε μιαν άκρη υπήρχε ένα μεγάλο βάζο γεμάτο κόκκινα φρέσκα τριαντάφυλλα, σαν κι αυτά που του είχα προσφέρει, χωρίς να γνωρίζω ότι λάτρευε αυτά τα λουλούδια. Ανάμεσα στους μουσικούς μαθητές του, ήταν ο Γιάννης Αλεξάκης με το μπουζούκι του, ο Νίκος Καστανιάς ο γιατρός του δασκάλου, αλλά παράλληλα και μαθητής του στο μπουζούκι, ο γιος του Μιχάλης Ζαμπέτας με την κιθάρα του, καθώς και ο τραγουδιστής Τάσος Γετίμης. Οι τέσσερις αυτοί μαθητές του ήταν οι πιο στενοί συνεργάτες του.
 Διάβασέ μου κανένα στίχο ακούω να μου λέει, ενώ απαλά έπαιζα τις χορδές του μπουζουκιού του. Ενώ άρχισα σιγά – σιγά να ψελίζω τον πρώτο μου στίχο – Πλοίο δεμένο και ξεχασμένο – είναι η καρδιά μου που σ’ αγαπά. Όταν διάβασα όλο τον στίχο μου λέει: ξαναπέστο ενώ παράλληλα έπαιζε μπουζούκι δημιουργώντας την σύνθεση του τραγουδιού, και παράλληλα τον συνόδευε η ορχήστρα των μαθητών του και ο Τάσος Γετίμης τραγουδούσε τον στίχο. Μέσα σε μισή ώρα είχε γραφτεί το πρώτο τραγούδι μας. Όταν τέλειωσε το τραγούδι με κοιτάζει κατάματα και μου λέει. Βαγγέλη σου άρεσε το τραγούδι; - Πάρα πολύ του απαντώ. Με βρήκες στην κατάλληλη στιγμή μπαγάσα ξαναλέει … Άντε πάμε παρακάτω. Με αυτό τον τρόπο γράψαμε πάρα πολλά τραγούδια γύρω στα πενήντα, τα οποία και φυλάω σαν κόρη οφθαλμού στο αρχείο μου …
 Άρχισα λοιπόν να τρέχω από δισκογραφική σε δισκογραφική εταιρία κάθε μέρα και να ζητώ από τους παραγωγούς των εταιριών ν’ ακούσουν τα τραγούδια και να μου απαντήσουν. Μετά λύπης μου όμως τους άκουγα, άλλοι να μου λένε, «Δεν μας ενδιαφέρει ο Ζαμπέτας».
 Προβληματισμένος λοιπόν, όπως ήμουν, βγήκα να φάω με το φίλο μου τον δημοσιογράφο Τάσο Κουτσοθανάση, ο οποίος ακούγοντας το πρόβλημά μου πήρε αμέσως τηλέφωνο την ανιψιά του, την Κα Άννα Μαρκόγιαννη (η οποία είχε την εταιρία «Άλφα-Μι»), και της είπε αν ήθελε να κάνει αυτή την παραγωγή. Η Κα Μαρκόγιαννη έδειξε αμέσως ενδιαφέρον κι έτσι, όταν βρεθήκαμε την άλλη μέρα στο σπίτι του Δασκάλου, δώσαμε τα χέρια. Φεύγοντας από το σπίτι του Ζαμπέτα η κυρία Άννα Μαρκόγιαννη ο Δάσκαλος ενθουσιασμένος από την γοητεία και ομορφιά αλλά και την καλοσύνη της Κας Μαρκόγιαννη, μου λέει: Γράψε μου ένα στίχο τώρα για την Άννα. Θα το μελοποιήσω απόψε. Έτσι λοιπόν έγραψα ένα όμορφο στίχο με τίτλο «Τα χρυσαφένια σου μαλλιά» που το μελοποίησε ο Δάσκαλος και συμπεριλήφθηκε στο L.P.
 Μετά από λίγες ημέρες, μπήκαμε στο στούντιο για τον δίσκο του Ζαμπέτα με γενικό τίτλο «Τα ερωτικά» («Άλφα-Μι», 1991), ο οποίος περιείχε δεκατέσσερα τραγούδια, όλα σε στίχους δικούς μου. Τα «Ερωτικά» ήταν και ο τελευταίος δίσκος του Ζαμπέτα. Σ’ αυτόν τον δίσκο συμμετείχε η Καίτη Γκρέυ, η οποία με το πρώτο κάλεσμα, ήρθε με προθυμία να τραγουδήσει Γιώργο Ζαμπέτα. Μάλιστα ήταν η πρώτη φορά που ερμήνευε τραγούδι αυτού του μεγάλου δημιουργού. Τραγούδησαν επίσης, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Μιχάλης Ζαμπέτας, η Ειρήνη Ράικου, ο Χρήστος Ζαβάκος και μια δική μου αποκάλυψη, η Χρυσούλα Σταύρου. 
  Εκείνο τον καιρό ο Γιώργος Ζαμπέτας, αν και εξωτερικά έδειχνε πολύ καταβλημένος από την αρρώστια του, όμως ήταν σαν να ζούσε κάτι καινούργιο, κάτι το εντελώς διαφορετικό. Πολλές φορές τον ρωτούσα εάν ήταν ερωτευμένος, και αυτός μου έλεγε:
 - Ναι είμαι … Με τι ή με ποια, δεν έχει σημασία. Εάν δεν είσαι ερωτευμένος δεν μπορείς να δημιουργήσεις. Ο Έρωτας σου δίνει τη χαρά, σου δίνει και τη λύπη, για να βγάλεις από την ψυχή σου το τραγούδι.
 Καθημερινός επισκέπτης στο σπίτι του για δύο χρόνια άρχισε σιγά – σιγά να με αισθάνεται ολότελα δικό του άνθρωπο να μου εκμυστηρεύεται τα προσωπικά του. Για μένα ο Ζαμπέτας δεν ήταν μόνο ο μεγάλος συνθέτης και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, ήταν και ο καλός μου φίλος, τηλεφωνιόμαστε κάθε απόγευμα, μετά την πρωϊνή μας συνεργασία και είχαμε δεθεί αληθινά και βαθιά.
 Ο θάνατός του, το Μάρτη του 1992, ήταν μια μεγάλη απώλεια για το ελληνικό μας τραγούδι και για μας τους φίλους του, μαθητές και συνεργάτες του, που τόσο τον είχαμε λατρέψει. Ο Ζαμπέτας έφυγε Άνοιξη, εποχή που λάτρεψε και τραγούδησε. Έφυγε με ψηλά το κεφάλι, με αξιοπρέπεια και με το χαμόγελο που τόσο ανοιχτόκαρδα χάρισε στην Ελλάδα. Κάθε του τραγούδι, αποτελούσε ταυτόχρονα τον μακρόκοσμο και μικρόκοσμο μιας άρτιας συνθετικής εργασίας, που καταξιωνόταν από το απόλυτα προσωπικό μελωδικό του ύφος, δύσκολο να το μιμηθεί κανείς, μα συνάμα εύκολο να το αναγνωρίσει σαν αυθεντικό δείγμα της δικής του υπόστασης και γραφής.