1. Skip to Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer>

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΕκτύπωσηE-mail

Simos_Agelo1ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΙΜΟΣ

Μυθικά πρόσωπα – Τραγουδιού
…  όπως τα έζησα

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

 Το 1982, γνωρίζομαι με τον μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή Μανώλη Αγγελόπουλο και ξεκινάει η συνεργασία μου μαζί του, που θα οδηγήσει στην πρώτη επίσημη δισκογραφική μου εμφάνιση.

 Ο Μανώλης Αγγελόπουλος μου ήταν αγαπητός απ’ τη χρυσή εποχή του λαϊκού τραγουδιού. Είχε τραγουδήσει μεγάλες λαϊκές επιτυχίες στη δεκαετία του 1960 και είχε συνεργαστεί με τη Γιώτα Λύδια, την Καίτη Γκρέυ την ίδια χρονική περίοδο.
 Μου ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σαν τραγουδιστής, για την ένταση, το χρώμα και το πάθος της φωνής του, που κουβαλούσε ολόκληρο τον κόσμο της τσιγγάνικης και λαϊκής ψυχής. Ο Μανώλης Αγγελόπουλος αγαπήθηκε από τον λαό και λατρεύτηκε από τους τσιγγάνους γιατί η συγκλονιστική παρουσία του στο ελληνικό τραγούδι άμβλυνε και κατάργησε τις ρατσιστικές προκαταλήψεις και αντιλήψεις του νεοέλληνα για τον πονεμένο και μεγάλο βαθύ κόσμο των αθίγγανων, που γίνονταν συχνά αντικείμενο επίκρισης και αποστροφής.
 Ο Μανώλης ήταν μια μεγάλη ψυχή, γεμάτη ένταση, ευαισθησία, μια βαθιά ερωτική και αισθηματική ύπαρξη. Λεβέντης, ψηλός, μελαχρινός, με τα αδρά χαρακτηριστικά της ράτσας του, θερμόαιμος και εκδηλωτικός. Πολύ συχνά μιλώντας για καταστάσεις και προβλήματα της ζωής δάκρυζε. Για τον κάθε δικό του άνθρωπο είχε ένα κομμάτι της καρδιά του, που τον έκλεινε με αγάπη, ακόμα κι αν είχε χωρίσει ή απομακρυνθεί απ’ αυτόν, όπως για την Αννούλα Βασιλείου, τη μητέρα των παιδιών του, που πάντα την επαινούσε και μίλαγε με τα πιο όμορφα λόγια γι’ αυτήν και τη ζωή τους, χωρίς όμως ποτέ να παύει να εκδηλώνει τη μεγάλη του αγάπη και εκτίμηση για τη δεύτερη γυναίκα του, τη Μπέμπα, που του συμπαραστάθηκε μέχρι τις τελευταίες του στιγμές πιστά κι αγαπημένα.
 Το πάθος ήταν το κυρίαρχο βίωμα της ψυχής του Αγγελόπουλου, ό,τι ζούσε, ό,τι τραγουδούσε, συνοδευόταν με αυθεντικότητα, ένα πάθος πρωτόγνωρο, που ένωνε τις εντάσεις και τα συναισθήματα στο έπακρον. Ήταν ο άνθρωπος του φλογερού έρωτα για τη ζωή και το τραγούδι, και γι’ αυτό αναλώθηκε μέσα σ’ αυτό κι έφυγε νωρίς. Στο αρχείο μου διαθέτω πολλά τραγούδια μου ανέκδοτα, τραγουδισμένα υπέροχα από τον Μανώλη, δύο μόνο είχαν την τύχη να εκδοθούν σε δίσκο με μουσική Αντώνη Πολίτη, τα: «Κάθομαι και σκέπτομαι» και «Αυτή τη νύχτα», που περιέχονται στον προσωπικό του δίσκο με το γενικό τίτλο: «Μας χωρίζει η ζωή» L.P. 1982 Pan-Vox.
 Μιλάγαμε συχνά για τα προσωπικά μας και πάντοτε για τη λατρεία που είχε στα παιδιά του και τη μάνα του. Τα βράδια πολλές φορές βγαίναμε για φαγητό, του άρεσε πολύ το καλό φαγητό, – το θεωρούσε μεγάλη απόλαυση, – αλλά και η καλή παρέα και τ’ αστεία.
 Πολλές φορές στις συζητήσεις μας μου τόνιζε πως η φύση εκδικείται τον άνθρωπο, ιδιαίτερα τον όμορφο, που με τον χρόνο φθείρεται και γερνάει, σβήνει και μαραίνεται, ενώ η καλή ψυχή μένει όμορφη κι αγέραστη όσα χρόνια κι αν περάσουν, κι αυτό πρέπει να μας απασχολεί, εκεί πρέπει να είμαστε παντοτινά νέοι και ωραίοι.
 Του άρεσε να πηγαίνει καθημερινά μόνος του περιπάτους και να επικοινωνεί με τον «ανώνυμο» κόσμο από καρδιάς. Στις βόλτες του τον σταματούσαν στα μαγαζιά και στο δρόμο, κι εκεί με τις ώρες κουβέντιαζε με τους καθημερινούς ανθρώπους για τα βάσανα και τις χαρές της ζωής, για τα μικρά και μεγάλα προβλήματα που όλοι λίγο-πολύ αντιμετωπίζουμε και αρνιόμαστε να μοιραστούμε ή να τα εξομολογηθούμε, από μιαν αίσθηση κακώς εννοούμενης ανωτερότητας και αξιοπρέπειας, που περιφρονούν τον συνάνθρωπο ή δυσπιστούν για την αλήθεια των άλλων και του εαυτού μας βαθύτερα.
 Ήταν ανήσυχη ψυχή, ελεύθερο κι ανεξάρτητο πλάσμα, υπερκινητικό, ήθελε να αλλάζει συχνά τόπους κατοικίας, σπίτια, του άρεσε να ταξιδεύει, να μετακινείται, να κάνει χίλια δυο πράγματα. Ακόμα αγαπούσε το εμπόριο. Πολλές φορές στα ταξίδια του στο εξωτερικό εμπορευόταν διάφορα πράγματα, κι όταν ερχόταν εδώ τα πουλούσε. Όπου υπήρχε απόδημος ελληνισμός, τον Μανώλη τον έβρισκες κοντά του, γιατί αγαπούσε αυτούς τους ανθρώπους της ξενιτιάς, που αν και είχαν φτιάξει μιαν άλλη ζωή, σε άλλες χώρες και κοινωνίες, δεν ξέχναγαν ποτέ την Ελλάδα και τη λαϊκή τους καταγωγή. Οι πιο πολλοί άνθρωποι του μεγάλου τμήματος της μετανάστευσης της δεκαετίας του ’60, που έκλαιγαν με το λαϊκό τραγούδι καθώς αυτό ζωγράφιζε τη μοναξιά, την ξενιτιά, την ανεργία, τη μάνα που έμενε πίσω στην πατρίδα, την αγάπη που περίμενε στον γυρισμό, πολλές φορές χωρίς αυτός να φτάνει.
 Πίστευε στην τύχη, είχε πάθος με τα τυχερά παιχνίδια και φοβότανε τα γηρατειά. Ίσως γι’ αυτό η αγάπη του Θεού τον πήρε από τη ζωή πριν να τα γνωρίσει, με αγέραστη τη μεγάλη και γεμάτη καλοσύνη καρδιά του, αυτή που πάντα φρόντιζε να μένει νέα κι όμορφη σαν το λουλούδι τ’ αμάραντο που τον συνόδεψε μαζί μ’ ένα δάκρυ μου στο τελευταίο του ταξίδι, στο στερνό σκαλί για τον άλλο κόσμο.
 Η κηδεία του Μανώλη Αγγελόπουλου θύμιζε αντίστοιχες μεγάλων ηγετών, που έδειξε το πόσο ο κόσμος τον αγάπησε, τη δύναμή του, τον οδυρμό και τη λατρεία της φυλής του. Ο θάνατός του υπήρξε σημαντικό πλήγμα για μένα, γιατί είχα δεθεί μαζί του με μια αληθινή φιλία.